Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Δημοσιογράφοι -Συγγραφείς: Γιάννης Ράγκος

Στο πλαίσιο της πρότασης/ πρωτοβουλίας των "Εργατών Τύπου" για την "Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου" αρχίζουμε από σήμερα να παρουσιάζουμε συγγραφείς -μέλη της ΕΣΠΗΤ.

Ξεκινάμε με τον Γιάννη Ράγκο και αποσπάσματα από τη συνέντευξη που παραχώρησε στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη για το βιβλίο του «Ξεχασμένα πρωτοσέλιδα» (Εκδόσεις POLARIS) 
(Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε πρώτα στο διάστιχο- www. diastixo. gr στις 15-3-2017, στη συνέχεια στην εφημερίδα Μαχητής Άρτας -www. maxitis artas. gr στις 12-6-2017)

Συνέντευξη του συγγραφέα Γιάννη Ράγκου στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη



Η σύνταξη ενός ιστορικού «κομματιού» απαιτεί ειδική γλωσσική μεταχείριση, πάντα στο πλαίσιο του δημοσιογραφικού λόγου

Ο Γιάννης Ράγκος γεννήθηκε το 1966 στην Αθήνα, όπου και ζει. Επί σειρά ετών, έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος σε περιοδικά, εφημερίδες, ραδιοφωνικούς σταθμούς, τηλεοπτικές εκπομπές, ντοκιμαντέρ και blog/sites. Έχει γράψει το βιβλίο δημοσιογραφικής έρευνας "Η νάρκη: Υπόθεση Γοργοπόταμος, Νοέμβριος 1964" (Εντός, 2000), τα κείμενα των ταξιδιωτικών-ιστορικών οδηγών "Αθήνα-Αττική" (έκδοση εκτός εμπορίου, ΕΟΤ, α' έκδοση 2004) και "Θεσσαλονίκη" (έκδοση εκτός εμπορίου, ΕΟΤ, α' έκδοση 2015) και τα αστυνομικά μυθιστορήματα "Η στάση του εμβρύου" (Ίνδικτος, 2005) και "Μυρίζει αίμα" (Ίνδικτος, 2008). Αστυνομικά διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό "(δέ)κατα" (τχ. 12, χειμώνας 2008) και στους συλλογικούς τόμους "Είσοδος Κινδύνου" (Μεταίχμιο, 2011), "Ελληνικά Εγκλήματα 4" (εκδόσεις Καστανιώτη, 2011), "Κλέφτες και αστυνόμοι" (Ψυχογιός, 2013), "Ο τόπος πρόδωσε τον ένοχο" (Τόπος, 2014) και έχουν μεταδοθεί από τη ραδιοφωνική εκπομπή "Κλέφτες και αστυνόμοι στον 902" (2008-2010). Συμμετείχε στη σεναριακή ομάδα της τηλεοπτικής αστυνομικής σειράς Ίχνη (MEGA, 2007-2008), ενώ έχει συνεργαστεί στη συγγραφή κινηματογραφικών σεναρίων, καθώς και των κειμένων (με το συγγραφέα Γιάννη Ζευγώλη) για τις θεατρικές παραστάσεις-performances RoadTrip2 (Κινητήρας Studio, 2012) και RoadTrip3 (Κινητήρας Studio, 2015). Ακόμα, μαζί με το συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκο, έκανε τη σεναριακή διασκευή για το graphic novel "Ερωτόκριτος" (εκδόσεις Polaris, 2016).

Είναι τακτικό μέλος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου (ΕΣΠΗΤ) και της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων (IFJ), ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ) και μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Αστυνομικών Συγγραφέων (IACW).

Ερ. Πώς προέκυψε η ιδέα της έκδοσης του βιβλίου «Ξεχασμένα πρωτοσέλιδα» (Εκδόσεις POLARIS);

Απ. Η ιδέα ήταν να συγκεντρωθούν ορισμένα χαρακτηριστικά ιστορικά ρεπορτάζ από τα δεκάδες που έχω κάνει τα τελευταία δέκα χρόνια και έχω δημοσιεύσει κυρίως στο κορυφαίο ελληνικό περιοδικό του είδους του «Ιστορία Εικονογραφημένη» (Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος), αλλά και σε εφημερίδες, sites και blogs. Βεβαίως, για τις ανάγκες της έκδοσης αυτής, ξαναδούλεψα τα θέματα ώστε να τα εμπλουτίσω με νέα στοιχεία, που είχα συγκεντρώσει μετά την πρώτη δημοσίευσή τους.

Ερ. Με ποια κριτήρια έγινε η επιλογή των τριάντα άρθρων που περιέχει το βιβλίο;

Απ. Τα άρθρα που περιλαμβάνονται στον τόμο εξετάζουν ποικιλόμορφα και εν πολλοίς «ανέγγιχτα» από την ιστορική ή δημοσιογραφική έρευνα περιστατικά της νεότερης ελληνικής ιστορίας, τα οποία απασχόλησαν ζωηρά την κοινή γνώμη και τα πρωτοσέλιδα του Τύπου, όμως στη ροή του ιστορικού χρόνου τα περισσότερα παραμερίστηκαν από τα μείζονα πολιτικά, διπλωματικά, στρατιωτικά και κοινωνικά γεγονότα της περιόδου και εν τέλει «υποβαθμίστηκαν» στο επίπεδο των βιβλιογραφικών υποσημειώσεων ή καταχωρήθηκαν στο πεδίο της μικροϊστορίας. Η παρουσίασή τους γίνεται σκόπιμα με χρονολογική σειρά, ώστε αφενός, από την ανάδυση του «γενικού» μέσω της διεξοδικής παρουσίασης του «ειδικού», ο αναγνώστης να διατηρήσει μια, έστω αδρή, αίσθηση των συνάψεων στην ιστορική διαδρομή και αφετέρου να σχηματισθεί ευδιάκριτα το corpus των ιστορικών υποπεριόδων, στις οποίες εντάσσονται τα αναφερόμενα γεγονότα.

Ερ. Τα «Ξεχασμένα πρωτοσέλιδα» αναφέρονται στην περίοδο από το 1802 έως το 1976. Ποια είναι τα πιο σπουδαία πρωτοσέλιδα εκείνης της εποχής;

Απ. Προφανώς, όλα τα θέματα που περιλαμβάνονται στον τόμο προσέλκυσαν το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον μου, κυρίως επειδή αναδύουν το άρωμα της εποχής τους: με άλλα λόγια, αποτυπώνουν ακραιφνώς τις κυρίαρχες πολιτικές, κοινωνικές, ηθικές, πολιτιστικές αντιλήψεις και συνδηλώσεις των καιρών τους. Ταυτόχρονα, πολλά από τα γεγονότα αυτά έχουν ανατριχιαστικές αναλογίες με όψεις της σημερινής Ελλάδας. Ενδεικτικά, θα ανέφερα την πολιτική δολοφονία του υπουργού Κορφιωτάκη το 1850 στο κέντρο της μικρής τότε Αθήνας, το έγκλημα στο γερμανικό πολεμικό πλοίο «Λορελάι», το 1902, που δημιούργησε ισχυρούς τριγμούς στις ήδη κλονισμένες ελληνογερμανικές σχέσεις, τη δράση κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου της «Εθνικής Ενώσεως Ελλάς» (ΕΕΕ), της πρώτης μαζικής εθνικιστικής οργάνωσης στην Ελλάδα, την υπόθεση της φυγάδευσης από την Ελλάδα το 1959 του Γερμανού Γκούντερ Κόλβες που κατηγορείτο για εγκλήματα πολέμου, την ιστορία με το περίφημο «νερό του Καματερού» και τη φρενίτιδα που προκάλεσε στην κοινή γνώμη αλλά και μερίδα του Τύπου το «κοντινό» 1976.

Ερ. Είστε συγγραφέας και δημοσιογράφος. Πώς τα συνδυάζετε και τα δυο;

Απ. Συνηθίζω να λέω πως είμαι… διχασμένος: τη μισή μέρα δημοσιογράφος και την άλλη μισή συγγραφέας. Η διαρκής μετακίνηση ανάμεσα στους δύο αυτούς «κόσμους» είναι συχνά επίπονη και επώδυνη επειδή, αν και οι δύο χρησιμοποιούν ως εργαλείο τη γλώσσα, έχουν διαφορετικές «ιδιοσυγκρασίες». Η δημοσιογραφία είναι εξωστρεφής, εμπλέκεται με την κοινωνία και εκεί αναζητά τα θέματά της. Ακόμα και ο χώρος δουλειάς του δημοσιογράφου -η αίθουσα σύνταξης- είναι γεμάτος ένταση, πίεση από τα γεγονότα και τα deadline και βουή. Αντίθετα, η συγγραφή είναι δραστηριότητα μοναχική, με εσωτερικούς ρυθμούς, που ορισμένες φορές μπορεί να πάρει ακόμα και… υπαρξιακές διαστάσεις. Βεβαίως, δεν είμαι θιασώτης του «συγγραφέα - μοναχού»: πιστεύω πως ο συγγραφέας (οφείλει να) αντλεί από τον πραγματικό κόσμο ή έστω από θραύσματά του, από το βίωμα, από την κοινωνική δράση –θυμάμαι πάντα τη φράση του λόρδου Βύρωνα: «Δράση θέλω, όχι γράψιμο».
Πάντως, τα τελευταία χρόνια, που η συγγραφική δραστηριότητα έχει πάρει το πάνω χέρι στη ζωή μου, έχω στραφεί στην ανεξάρτητη (freelance) δημοσιογραφία, έναν τρόπο δημοσιογραφικής δουλειάς που προσομοιάζει με τη συγγραφική δραστηριότητα και κατά τεκμήριο εξασφαλίζει μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας. Κυρίως ασχολούμαι με το ιστορικό και το ταξιδιωτικό ρεπορτάζ, δύο τομείς που αγαπώ ιδιαίτερα και εκτός των άλλων επιτρέπουν τη χρήση μιας λιγότερο «στερεοτυπικής» δημοσιογραφικής γλώσσας, η οποία δανείζεται «τερτίπια» του λογοτεχνικού λόγου. Αλλά, στην 31χρονη δημοσιογραφική εμπειρία μου χρωστάω την «εξάσκηση» στο διαχωρισμό του ουσιώδους από το δευτερεύον, στην πύκνωση του λόγου, στη δόμηση του κειμένου. Στοιχεία εντελώς απαραίτητα και στη λογοτεχνία.

Όλη η συνέντευξη εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου